Η αξιοπρεπής ζωή που ονειρεύονται δεν έχει πια ελπίδες στην Ελλάδα και οι βαλίτσες είναι ήδη έτοιμες για το εξωτερικό. Η Κατερίνα Στογιάννη και ο αρραβωνιαστικός της Κωνσταντίνος Μαραζόπουλος είναι ένα νέο ζευγάρι γιατρών που, απογοητευμένοι από την Ελλάδα της κρίσης, αποφάσισαν να ξενιτευτούν.

«Κάθε μέρα τα πράγματα πηγαίνουν και χειρότερα. Δεν ξέρεις πια τι σου ξημερώνει», λέει στον «Α» ο 30χρονος Κωνσταντίνος, ειδικευόμενος Παθολογίας εδώ και τρία χρόνια στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Χτες έσπευσε σε κεντρικό ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης για να ενημερωθεί πώς μπορεί να συνεχίσει την ειδικότητά του στο εξωτερικό. Την ίδια διέξοδο αναζήτησαν και εκατοντάδες άλλοι νέοι γιατροί και νοσηλευτές, οι οποίοι κατέκλυσαν το ξενοδοχείο για να μάθουν από τους εκπροσώπους επτά ευρωπαϊκών χωρών τις εργασιακές προοπτικές που τους ανοίγονται στο εξωτερικό.

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει καθημερινά στη δουλειά του είναι πλέον ανυπέρβλητες. Δεν αφήνουν περιθώρια για μια προσωπική και επαγγελματική ζωή με ευπρέπεια. «Θέλω να φύγω επειδή οι συνθήκες εργασίας είναι πολύ άσχημες πλέον. Τα χρήματα έχουν λιγοστέψει πάρα πολύ. Επαγγελματικά κίνητρα δεν υπάρχουν. Στο νοσοκομείο δεν υπάρχουν αναλώσιμα και οι ελλείψεις σε προσωπικό είναι μεγάλες», τονίζει ο κ. Μαραζόπουλος. Αν και η μετανάστευση για δουλειά στο εξωτερικό ήταν μια σκέψη – πρόκληση που έκανε και στο παρελθόν, πλέον δηλώνει αποφασισμένος. «Κατέθεσα το βιογραφικό μου για γερμανόφωνες χώρες, όπως η Γερμανία και η Ελβετία, επειδή γνωρίζω τη γλώσσα. Επιπλέον, εκεί οι συνθήκες εργασίας και οι μισθοί είναι καλύτεροι. Ο μισθός ενός γιατρού είναι 2,5 έως 3 φορές πιο υψηλός από ό,τι εδώ, ανάλογα και με τη βαθμίδα», προσθέτει.

 

«Οι συνθήκες έγιναν βάρβαρες…»

Για την 29χρονη Κατερίνα η φυγή στο εξωτερικό αποτελεί πλέον μονόδρομο. «Κάνω ειδικότητα Παθολογίας για να ασχοληθώ με την Ογκολογία εδώ και επτά μήνες στο Νοσοκομείο της Βέροιας. Από την εμπειρία μου, μπορώ να πω ότι σε ένα περιφερειακό νοσοκομείο είναι ακόμη χειρότερα. Δουλεύουμε περισσότερες ώρες, κάνουμε περισσότερες εφημερίες από το νόμιμο και χωρίς να τις πληρωνόμαστε. Περικοπές έχουν γίνει σε όλους, ήταν κάτι αναμενόμενο, αλλά το να είσαι απλήρωτος επί 6-7 μήνες και να δουλεύεις συνεχόμενα επί δύο μέρες είναι βάρβαρο και επικίνδυνο. Οχι μόνο για εμάς αλλά και για τους ασθενείς», λέει στον «Α» η κ. Στογιάννη. Μιλάει γερμανικά και γαλλικά και είναι βέβαιη ότι θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της δουλειάς της τόσο στη Γερμανία όσο και στην Ελβετία. «Δεν κάνω δεύτερες σκέψεις. Δεν υπάρχει λόγος να μείνω πια εδώ. Είναι μια απόφαση που μπορεί να έπαιρνα μετά το τέλος της ειδικότητας, αλλά τελικά ήρθε πιο σύντομα», προσθέτει.

 

Συρροή για μια θέση

Το ενδιαφέρον ήταν τεράστιο στην εκδήλωση, που ξεκίνησε στις 10 το πρωί και διήρκεσε μέχρι τις 5:30 το απόγευμα. Οι εκπρόσωποι των αντίστοιχων οργανισμών απασχόλησης εργατικού δυναμικού από τη Νορβηγία, τη Δανία, τη Σουηδία, την Ελβετία, τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία έτρεχαν και δεν έφταναν για να εξυπηρετήσουν τους νέους γιατρούς και νοσηλευτές. Οι μεγαλύτερες ουρές παρατηρήθηκαν στα γραφεία των υπευθύνων για το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία και την Ελβετία.

«Η συμμετοχή ήταν μεγάλη και μέχρι τη 1 είχαν προσέλθει 300 ενδιαφερόμενοι. Κατέθεσαν το βιογραφικό τους και ενημερώθηκαν για τις διαδικασίες που πρέπει να κάνουν για να αναγνωρίσουν τα πτυχία και τις επαγγελματικές τους δεξιότητες, να εγγραφούν στους αντίστοιχους συλλόγους κ.λπ. Η κινητικότητα έχει να κάνει με τη γλώσσα που μιλάμε και μετά με τα τυπικά προσόντα. Η γνώση της γλώσσας διευκολύνει τον ενδιαφερόμενο, γι’ αυτό και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον εκδηλώνεται για το Ηνωμένο Βασίλειο. Επειδή η Βόρεια Ελλάδα έχει παράδοση στην μετανάστευση στη Γερμανία και αρκετοί μιλούν τη γλώσσα, ακολουθούν στις προτιμήσεις των ενδιαφερομένων η Γερμανία και η Ελβετία», επισημαίνει η Κατερίνα Φλάκα, επικεφαλής της διοργάνωσης και υπεύθυνη του Ευρωπαϊκού Δικτύου Απασχόλησης Eures για την αναζήτηση εργασίας στην Ευρώπη (που στη χώρα μας εκπροσωπεί ο ΟΑΕΔ). Σύμφωνα με την ίδια, οι επτά χώρες που συμμετείχαν χτες παρουσιάζουν κενά στις ειδικότητες γιατρών και νοσηλευτών που δεν μπορούν να καλυφθούν από τους εργαζομένους τους, γι’ αυτό και αναζητούν προσωπικό από άλλες χώρες.